Ο αμοιβαίος άνθρωπος
Ο Homo reciprocans, ή  αμοιβαίος άνθρωπος, είναι σε μερικές οικονομικές θεωρίες η έννοια των ανθρώπων ως συνεργαζόμενων όντων  που παρακινούνται από τη βελτίωση του περιβάλλοντός τους. Αυτή η έννοια είναι αντίθετη με την ιδέα του Homo economicus, η οποία λέει ότι τα ανθρώπινα οντα παρακινούνται αποκλειστικά από το συμφέρον.

Η έννοια homo reciprocans δηλώνει ότι ο άνθρωπος αλληλεπιδρά με τάση προς τη συνεργασία. Θα συμβιβαστεί προκειμένου να επιτευχθεί μια ισορροπία μεταξύ αυτού που είναι καλύτερο για αυτόν και αυτού που είναι καλύτερο για το περιβάλλον του οποίου είναι μέρος. Ο Homo reciprocans επίσης παρακινείται από την συγχώρεση.

Ιστορία
Ο όρος βουδιστική οικονομία δημιουργήθηκε από τον EF Schumacher το 1955, όταν ταξίδεψε στη Βιρμανία ως οικονομικός σύμβουλος του πρωθυπουργού U Nu, και χρησιμοποιείται από τους οπαδούς του Schumacher και από Theravada Βουδιστές συγγραφείς. Το δοκίμιο «Buddhist Economics» του Schumacher δημοσιεύθηκε αρχικά το 1966 στο "Ασία: Ένα εγχειρίδιο", και αναδημοσιεύθηκε στη διάσημη συλλογή του "Το μικρό είναι όμορφο" (1973).

Το μικρό είναι όμορφο - Βουδιστική Οικονομία
Η βουδιστική οικονομία είναι μια πνευματική προσέγγιση στα οικονομικά. Εξετάζει την ψυχολογία του ανθρώπινου μυαλού και τις ανησυχίες, τις φιλοδοξίες και τις συγκινήσεις που κατευθύνουν την οικονομία. Με την κατανόησή της στοχεύει να καθαρίσει τη σύγχυση μεταξύ αυτού που είναι αληθινά επιβλαβές και αυτού που είναι αληθινά ευεργετικό στην οικονομία και προσπαθεί τελικά να καταστήσει τα ανθρώπινα όντα ηθικά ώριμα.
Λέει ότι οι αληθινά λογικές αποφάσεις μπορούν να ληφθούν  μόνο όταν καταλαβαίνουμε τι δημιουργεί τον παραλογισμό. Όταν οι άνθρωποι καταλαβαίνουν τι είναι η επιθυμία, συνειδητοποιούν ότι όλος ο πλούτος στον κόσμο δεν μπορεί να την ικανοποιήσει. Όταν οι άνθρωποι καταλαβαίνουν την καθολικότητα του φόβου, γίνονται πιό συμπονετικοί σε όλα τα οντα.
Οι βουδιστικές απόψεις δίνουν στην εργασία μια τριπλή λειτουργία: Να δοθεί στον άνθρωπο μια πιθανότητα να χρησιμοποιηθούν και να αναπτυχθούν οι ικανότητές του. Να του επιτρέψει να υπερνικήσει την μοναξιά του με τη συμμετοχή με άλλους ανθρώπους σε κοινούς στόχους. Να αναπτύξει τα αγαθά και τις υπηρεσίες που απαιτούνται για μια καλύτερη ύπαρξη.

Από την προοπτική ενός βουδιστή, τα οικονομικά και τα άλλα ρεύματα της γνώσης δεν μπορούν να χωριστούν. Τα οικονομικά είναι ένα συστατικό μιας κοινής προσπάθειας να καθοριστούν τα προβλήματα της ανθρωπότητας και η βουδιστική οικονομία εργάζεται προς τον κοινό στόχο της ατομικής, κοινωνικής και περιβαλλοντικής επάρκειας.

Οι διαφορές μεταξύ της δυτικής και της βουδιστικής οικονομίας

Υποθέστε ότι εξετάζουμε την ζήτηση για προϊόντα, για παράδειγμα τσιγάρα και θεωρούμε ότι έχει παρουσιάσει μία αυξανόμενη τάση. Αυτή η τάση θα φέρει μια αύξηση στην παραγωγή των τσιγάρων. Αυτά τα τσιγάρα μπαίνουν στην αγορά και αγοράζονται και καταναλώνονται από τους ανθρώπους. Όταν καταναλώνονται, η ζήτηση ικανοποιείται και κανονικά, κανείς δεν ασχολείται με το στάδιο μετά από την κατανάλωση. Αλλά οι βουδιστές οικονομολόγοι υπερβαίνουν αυτή τη λογική και ερευνούν πώς αυτές οι τάσεις έχουν επιπτώσεις στις τρεις συνδυασμένες πτυχές της ανθρώπινης ύπαρξης: Το άτομο, την κοινωνία και το περιβάλλον.
Συγκεκριμένα, για μια αύξηση στην κατανάλωση τσιγάρων, οι βουδιστές οικονομολόγοι προσπαθούν να αποκρυπτογραφήσουν πώς αυτή η αύξηση επιδρά στα επίπεδα ρύπανσης στο περιβάλλον, τον αντίκτυπό της στους ενεργητικούς καπνιστές και τους παθητικούς καπνιστές και τους διάφορους κινδύνους υγείας που έρχονται μαζί με το κάπνισμα, λαμβάνοντας υπόψη κατά συνέπεια την ηθική πλευρά των οικονομικών. Η ηθική πτυχή του καπνίσματος κρίνεται εν μέρει από τα αποτελέσματα που φέρνει και εν μέρει από τις ιδιότητες που οδηγούν σε αυτό.

Πρώτη διαφορά. Ενώ η δυτική οικονομία επικεντρώνεται στο εγωϊστικό συμφέρον, η βουδιστική άποψη το προκαλεί με την αλλαγή της έννοιας του Εαυτού σε Anatta ή μη-Εαυτός. Θεωρεί ότι όλα τα πράγματα που γίνονται αντιληπτά από τις αισθήσεις κάποιου δεν είναι πραγματικά "εγώ" ή "δικά μου" και επομένως, οι άνθρωποι πρέπει να αποσυνδεθούν από αυτό το συναίσθημα. Θεωρούν ότι η, βασισμένη στο εγωϊστικό συμφέρον, καιροσκοπική προσέγγιση στην ηθική θα αποτυγχάνει πάντα. Σύμφωνα με αυτούς, η γενναιοδωρία θα λειτουργήσει επειδή τα ανθρώπινα οντα είναι Homo reciprocans, αμοιβαίοι άνθρωποι, που τείνουν να επιστρέψουν περισσότερο από ότι τους δίνεται.

Η δεύτερη σημαντική διαφορά είναι ότι οι δυτικοί οικονομολόγοι δίνουν σημασία στη μεγιστοποίηση των κερδών και των προσωπικών κερδών ενώ η κύρια αρχή των βουδιστών οικονομολόγων είναι να ελαχιστοποιήσουν το βάσανο (απώλειες) για όλα τα έμβια ή μη πράγματα. Οι μελέτες τους έχουν δείξει ότι τα ανθρώπινα οντα παρουσιάζουν μεγαλύτερη ευαισθησία στην απώλεια απ'ό, τι στα κέρδη και επομένως οι άνθρωποι πρέπει να συγκεντρωθούν περισσότεροι στη μείωση των απωλειών από ότι στην αύξηση των κερδών.

Η τρίτη διαφορά αφορά την έννοια της επιθυμίας. Τα δυτικά οικονομικά ενθαρρύνουν τον υλικό πλούτο και την επιθυμία λόγω των οποίων οι άνθρωποι προσπαθουν να συσσωρεύουν όλο και περισσότερο πλούτο - μερικές φορές με κόστος άλλες αξίες - για να ικανοποιήσουν αυτές τις επιθυμίες. Στα βουδιστικά οικονομικά, η σημασία δίνεται στο να απλοποιήσει κανείς τις επιθυμίες του. Σύμφωνα με αυτά, εκτός από τις βασικές ανάγκες όπως τα τρόφιμα, τη στέγη, τον ιματισμό και τα φάρμακα, οι άλλες υλιστικές ανάγκες πρέπει να ελαχιστοποιηθούν. Λένε ότι η γενική ευημερία μειώνεται εάν οι άνθρωποι ακολουθούν τις χωρίς νόημα επιθυμίες. Η επιθυμία λιγότερων υλικών αγαθών θα ωφελήσει το άτομο, την κοινότητα και τη φύση.

Το τέταρτο σημείο της διαφοράς σχετίζεται με τις απόψεις τους για την αγορά. Ενώ οι δυτικοί οικονομολόγοι υποστηρίζουν τη μεγιστοποίηση των αγορών σε σημείο  κορεσμού, οι βουδιστές οικονομολόγοι στοχεύουν στην ελαχιστοποίηση της βίας. Σύμφωνα με αυτούς, οι δυτικοί οικονομολόγοι δεν λαμβάνουν υπόψη τους αρχέγονους μετόχους όπως τις μελλοντικές γενιές και το φυσικό κόσμο επειδή η αξία τους δεν θεωρείται σημαντική από την άποψη της αγοραστικής δύναμης. Θεωρούν ότι άλλοι μέτοχοι όπως οι φτωχοί και περιθωριοποιημένοι άνθρωποι είναι ασήμαντοι λόγω της ανεπαρκούς αγοραστικής δύναμής τους και προτεραιότητα δίνεται στον ισχυρότερο μέτοχο. Επομένως, λένε ότι η αγορά δεν είναι αμερόληπτη, αληθινά αντιπροσωπευτική της οικονομίας.

Κατά συνέπεια, οι βουδιστές οικονομολόγοι υποστηρίζουν την ahimsa ή την πολιτική της μη βίας. Σύμφωνα με αυτούς, η ahimsa αποτρέπει από το να κάνεις κάτι που προκαλεί άμεσα βάσανο σε σένα ή σε άλλους και ωθεί να βρεθούν λύσεις με συμμετοχικό τρόπο. Η Υποστηριγμένη από την Κοινότητα Γεωργία είναι ένα τέτοιο παράδειγμα βασισμένων στην κοινότητα οικονομικών δραστηριοτήτων. Θεωρούν ότι ενθαρρύνει την εμπιστοσύνη, βοηθά να χτιστούν εδρεωμένες σε αξίες κοινότητες και φέρνει τους ανθρώπους πιό κοντά στη γη και στο αγρόκτημα. Η επίτευξη της βιωσιμότητας και της μη βίας απαιτεί την αναδιάρθρωση της διαμόρφωσης της εξουσίας στις σύγχρονες επιχειρήσεις.

Οδηγεί στην αφαίρεση της έμφασης από τη μεγιστοποίηση του κέρδους και δίνει έμφαση στην εισαγωγή μικρής κλίμακας, τοπικά προσαρμόσιμων, ουσιαστικών οικονομικών δραστηριοτήτων.

Το πέμπτο σημείο της διαφοράς είναι ότι οι δυτικοί οικονομολόγοι προσπαθούν να μεγιστοποιήσουν τη χρήση εργαλείων, όπου η αξία οποιασδήποτε οντότητας καθορίζεται από την οριακή συμβολή της στην παραγωγή. Επομένως, οι βουδιστές οικονομολόγοι θεωρούν ότι έτσι  η πραγματική αξία μιας οντότητας ούτε γίνεται αντιληπτή ούτε της δίνεται σημασία.

Το έκτο σημείο της διαφοράς βρίσκεται στο γεγονός ότι οι δυτικοί οικονομολόγοι θεωρούν ότι το μεγαλύτερο είναι καλύτερο και το περισσότερο είναι περισσότερο ενώ οι βουδιστές οικονομολόγοι θεωρούν ότι το μικρό είναι όμορφο και το λιγότερο είναι περισσότερο.

Το έβδομο σημείο της διαφοράς είναι ότι τα δυτικά οικονομικά δίνουν σημασία στο ακαθάριστο εθνικό προϊόν ενώ η  βουδιστική οικονομία δίνει σημασία στην ακαθάριστη εθνική ευτυχία.

Άλλες πεποιθήσεις
Οι βουδιστές οικονομολόγοι θεωρούν ότι εφ' όσον θεωρείται η εργασία βάσανο για τους εργάτες και οι εργάτες απαραίτητο κακό για τους εργοδότες, η αληθινή δυνατότητα των εργατών και των εργοδοτών δεν μπορεί να εκφραστεί. Σε μια τέτοια κατάσταση, οι υπάλληλοι θα προτιμήσουν πάντα το εισόδημα χωρίς απασχόληση και οι εργοδότες θα προτιμήσουν πάντα την παραγωγή χωρίς υπαλλήλους. Θεωρούν ότι εάν η φύση της εργασίας εκτιμάται και εφαρμόζεται αληθινά, θα είναι τόσο σημαντική για τον εγκέφαλο όσο τα τρόφιμα είναι για το σώμα. Θα θρέφει το άτομο και θα το παρακινήσει να κάνει ότι καλύτερο. Σύμφωνα με αυτούς, τα αγαθά δεν πρέπει να θεωρηθούν σημαντικότερα από τους ανθρώπους και η κατανάλωση σημαντικότερη από τη δημιουργική δραστηριότητα. Θεωρούν ότι ως αποτέλεσμα της δυτικής οικονομικής σκέψης, η εστίαση μετατοπίζεται από τον εργαζόμενο στο προϊόν της εργασίας, ο άνθρωπος στο υπάνθρωπο, το οποίο είναι λάθος.

Σύμφωνα με αυτούς, οι άνθρωποι είναι ανίκανοι να αισθανθούν απελευθερωμένοι όχι λόγω του πλούτου αλλά λόγω της επιθυμίας τους για πλούτο. Με τον ίδιο τρόπο, λένε ότι είναι ο πόθος για τα ευχάριστα μπιχλιμπίδια και όχι η απόλαυση από αυτά που κρατά τους ανθρώπους πίσω.

Οι βουδιστές οικονομολόγοι δεν πιστεύουν στη μέτρηση του βιοτικού επιπέδου από το ποσό κατανάλωσης επειδή σύμφωνα με αυτούς, η ευζωία ως αποτέλεσμα της ελάχιστης κατανάλωσης είναι σημαντικότερη από την ευζωία ως αποτέλεσμα της μέγιστης κατανάλωσης. Κατά συνέπεια, θεωρούν ότι η έννοια της ευζωίας λόγω των μεγαλύτερων επιπέδων κατανάλωσης δεν είναι ένα αληθινό μέτρο της ευτυχίας.

Από την άποψη ενός βουδιστή οικονομολόγου, ο λογικότερος τρόπος οικονομικής ζωής είναι η αυτάρκεια και η παραγωγή τοπικών πόρων για τις τοπικές ανάγκες και ότι η εξάρτηση τις εισαγωγές και τις εξαγωγές είναι αντιοικονομική και δικαιολογήσιμη μόνο σε μερικές περιπτώσεις και σε μια μικρή κλίμακα. Κατά συνέπεια, πιστεύουν στην οικονομική ανάπτυξη, ανεξάρτητη από την ξένη ενίσχυση.

Η βουδιστική οικονομία δίνει μεγάλη σημασία στους φυσικούς, ανανεώσιμους και μη ανανεώσιμους πόρους. Θεωρεί ότι οι μη ανανεώσιμοι πόροι πρέπει να χρησιμοποιηθούν  μόνο όταν υπάρχει μεγάλη ανάγκη και πα΄λι τότε με μέγιστη προσοχή, προγραμματίζοντας σχολαστικά τη χρήση τους. Θεωρούν ότι η χρησιμοποίηση τους είναι βίαια και όχι σύμφωνα με τη βουδιστική πεποίθηση της μη βίας. Αν ολόκληρος ο πληθυσμός στηρίζεται στους μη ανανεώσιμους πόρους για την ύπαρξή του, συμπεριφέρεται παρασιτικά. Προσθέτοντας σε αυτό, θεωρούν ότι η ανώμαλη διανομή των μη ανανεώσιμων πηγών  και η συνεχώς αυξανόμενη εκμετάλλευση των φυσικών πόρων θα οδηγήσουν στη βία μεταξύ των ανθρώπων.

Επίσης θεωρούν ότι δεν αισθανόμαστε ικανοποίηση μόνο όταν παίρνουμε κάτι απτό σε αντάλλαγμα κάποιας προσφοράς μας, όπως δηλώνεται στα σύγχρονα οικονομικά. Λένε ότι το συναίσθημα της ικανοποίησης μπορεί να επιτευχθεί ακόμα και όταν αποχωριζόμαστε κάτι χωρίς να πάρουμε τίποτα απτό σε αντάλλαγμα. Ένα παράδειγμα είναι όταν δίνουμε δώρα στους αγαπημένους μας, ακριβώς επειδή θέλουμε να είναι ευτυχείς.

Οι βουδιστές οικονομολόγοι θεωρούν ότι η παραγωγή είναι ένας πολύ παραπλανητικός όρος. Για να παραχθεί κάτι νέο, η παλαιά μορφή πρέπει να καταστραφεί. Επομένως, η παραγωγή και η κατανάλωση μεγαλώνουν η μια την άλλη. Λαμβάνοντας υπόψη αυτό, υποστηρίζουν τη μη-παραγωγή σε ορισμένες περιπτώσεις επειδή όταν παράγετε λιγότερα υλιστικά πράγματα, μειώνετε την εκμετάλλευση των παγκόσμιων πόρων και ζείτε τη ζωή ενός συνειδητού και ενήμερου πολίτη.

Η μέση οδός: Ένα πρότυπο
Έστω ότι:
    W - well being - ευημερία.
    n - consumption - κατανάλωση
    m - meditation - διαλογισμός, περισυλλογή.
Η απλή σχέση που διαμορφώνεται χρησιμοποιώντας αυτές τις τρεις μεταβλητές είναι w=w (n, m) ........ (i)
Τα καταναλωτικά αγαθά χρειάζονται χρόνο επειδή η εργασία που απαιτείται για την παραγωγή τους απαιτεί χρόνο και χρήματα. Τώρα:
Έστω ότι ο χρόνος που απαιτείται είναι τ.
Επομένως, n=n (τ) ............. (ii)
Βάζοντας την εξίσωση (ii) στην εξίσωση (ι), παίρνουμε:
w=w (n (τ), n) .................... (iii)

Η έννοια της "μέσης οδού" λέει ότι ο χρόνος πρέπει να διαιρεθεί μεταξύ (α) της εργασίας για κατανάλωση και (β) του διαλογισμού και ότι η βέλτιστη κατανομή μεταξύ αυτών των δύο δραστηριοτήτων θα είναι όταν ο διαλογισμός χρησιμοποιείται για να μειώσει την επιθυμία για κατανάλωση ώστε να ικανοποιηθεί το άτομο με μικρότερη κατανάλωση και την εργασία που απαιτεί αυτή.

Σε οικονομικούς όρους αυτό σημαίνει ότι "η οριακή παραγωγικότητα της εργασίας που χρησιμοποιείται στην παραγωγή των καταναλωτικών αγαθών είναι ίση με την οριακή αποτελεσματικότητα του διαλογισμού που χρειάζεται για τη μείωση της κατανάλωσης χωρίς να επιφέρει οποιαδήποτε αλλαγή στην ικανοποίηση".